Έλεγχος των ενδοκυτταρικών παθογόνων ιών

Έλεγχος των ενδοκυτταρικών παθογόνων ιών

Οι ιοί αποτελούν μία μη αυτοτελή μορφή ζωής . Για να μπορέσουν να επιβιώσουν και να πολλαπλασιαστούν πρέπει να μπούν στο εσωτερικό κάποιου άλλου κυττάρου, που ονομάζεται κύτταρο-ξενιστής. Οι ιοί εισέρχονται, ζουν και πολλαπλασιάζονται και στο εσωτερικό των σπερματοζωαρίων, χωρίς να δημιουργούν πάντα κλινικά συμπτώματα, η παρουσία τους όμως στα σπερματοζωάρια έχει αρνητικές συνέπειες γιατί:

  • λειτουργούν σαν οχήματα που μεταφέρουν τους ιούς στο αναπαραγωγικό σύστημα της γυναίκας με την σεξουαλική επαφή
  • λειτουργούν σαν οχήματα που μεταφέρουν τους ιούς στο εσωτερικό του ωαρίου, με αρνητική επίδραση αρχικά στην δημιουργία του εμβρύου και μετέπειτα στην ανάπτυξή του
  • επηρεάζουν τις παραμέτρους του σπερμοδιαγράμματος

Οι ιοί απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στην ανίχνευσή τους : λόγω του ότι ζούν στο εσωτερικό κάποιου άλλου κυττάρου δεν μπορούν να αναπτυχθούν σε καλλιέργειες και η ανίχνευσή τους μπορεί να γίνει μόνο με εξειδικευμένες μοριακές τεχνικές.

Υπάρχουν πολλοί ιοί που ελέγχονται σε διάφορα βιολογικά υγρά ή σε επιχρίσματα κυττάρων, όπως ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV), ο κυτταρομεγαλοιός (CMV) και άλλοι ιοί του έρπητα (HSV).


Ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV)

Ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) είναι ένας ιός που περιέχει DNA στο γεννητικό του υλικό και ζει μέσα στα κύτταρα του ανθρώπου. Μέχρι σήμερα έχουν ανιχνευτεί περισσότεροι από 200 διαφορετικοί τύποι HPV (ορότυποι) , από τους οποίους περίπου 40 έχουν συσχετισθεί με το γεννητικό σύστημα. Κάποιοι τύποι του HPV ονομάζονται υψηλού κινδύνου γιατί μπορεί να προκαλέσουν καρκίνο και αυτοί οι τύποι ονομάζονται και ογκογεννετικοί. Ο καρκίνος μπορεί να εμφανιστεί όχι μόνο στο γεννητικό σύστημα αλλά και σε άλλες περιοχές του σώματος. Αντίθετα άλλοι τύποι του HPV θεωρούνται χαμηλού κινδύνου, που μπορούν να προκαλέσουν ήπιες αλλοιώσεις που δεν έχουν σχέση με την εμφάνιση καρκίνου.

Στις γυναίκες οι πιο συχνοί τύποι του HPV είναι οι τύποι 16 και 18. Ευθύνονται συνολικά για το 75% περίπου των καρκίνων του τραχήλου της μήτρας, που αποτελεί τον πιο συνηθισμένο καρκίνο στις γυναίκες και για το 55% περίπου των υψηλόβαθμων προκαρκινικών βλαβών (βαθμού 3) στο ίδιο σημείο. Οι τύποι 6 και 11 είναι οι πιο συχνοί από τους καλοήθεις τύπους και ενοχοποιούνται για το 90% περίπου των γεννητικών κονδυλωμάτων.

Στους άνδρες η συχνότητα εμφάνισης των καρκίνων αυτών είναι μικρότερη σε σχέση με τις γυναίκες. Ο άνδρας φαίνεται ότι είναι κυρίως φορέας της λοίμωξης δηλαδή μπορεί να μεταφέρει και να μεταδίδει τον ιό HPV χωρίς ο ίδιος να νοσεί. Οι καλοήθεις τύποι προκαλούν επίσης την ανάπτυξη γεννητικών κονδυλωμάτων όπως και στη γυναίκα.


Όλοι οι υπότυποι του HPV μεταδίδονται μέσω δερματικής επαφής και, επομένως, δεν απαιτείται πλήρης σεξουαλική επαφή για τη μετάδοση. Ωστόσο, άλλες μορφές του ιού που επίσης επηρεάζουν τα γεννητικά όργανα, δεν προκαλούν κανένα σύμπτωμα.

Διάγνωση του HPV

Η διάγνωση του HPV στο δείγμα του σπέρματος γίνεται με εξειδικευμένες τεχνικές ανίχνευσης που στηρίζονται στην ανάλυση του (γονιδιώματος) DNA του ιού με την μέθοδο PCR (polymerase chain reaction). Με την μέθοδο αυτή γίνεται με μεγάλη ακρίβεια η ανίχνευση του HPV καθώς και ο ακριβής καθορισμός του ορότυπου του ιού.

Ερπητοιός (HSV)

Οι ιοί του έρπητα αποτελούν μια μεγάλη οικογένεια ιών με πολλά γένη και πάνω από 150 μέλη. Μολύνουν σχεδόν όλα τα ζωικά είδη. Πρόκειται για ιούς που φέρουν δίκλωνο DNA ως γενετικό υλικό, περιβάλλονται από φάκελο και το μέγεθός του κυμαίνεται μεταξύ 120-300 nm (ή 120-300 x 10-9m).

Στον άνθρωπο έχουν ανιχνευθεί μέχρι σήμερα 8 ερπητοϊοί που φέρουν την επίσημο ονομασία Ανθρώπινος Ερπητοϊός 1-8 ή Human Herpes Virus 1-8 ή πιο απλά HHV 1-8. Οι ιοί της ομάδας του έρπητα, αν και υποχωρούν μετά από αγωγή, δεν εγκαταλείπουν τον οργανισμό του ανθρώπου, δεν εκριζώνονται. Αντίθετα, διατηρούνται σε λανθάνουσα κατάσταση, που αργότερα μπορεί να ενεργοποιηθεί και να προκαλέσει υποτροπιάζουσα λοίμωξη.

Ο απλός έρπης (HHV-1 και HHV-2) αναφέρεται και ως HSV-1 και HSV-2 (Herpes simplex virus 1 και 2) και μπορεί να μεταδοθεί μετά από επαφή με μολυσμένα άτομα. Η αρχική λοίμωξη μπορεί να μη γίνει αντιληπτή και η βαρύτητά της ποικίλλει. Το στόμα και τα χείλη αποτελούν συνήθεις περιοχές λοίμωξης και μετάδοσης του HSV-1, ενώ ο HSV-2 μεταδίδεται κυρίως με τη σεξουαλική επαφή και ευθύνεται για τις περισσότερες εντοπίσεις στο κάτω ήμισυ του σώματος. Ταυτόχρονα με την αρχική λοίμωξη, ο ιός εγκαθίσταται στον οργανισμό με αποτέλεσμα να υπάρχει πιθανότητα επανεργοποίησης είτε σιωπηλά, είτε με συμπτώματα υποτροπιάζουσας λοίμωξης .Ο ιός HSV1, εκτός από τον επιχείλιο έρπη μπορεί να προκαλέσει και έρπη των γεννητικών οργάνων.

Διάγνωση του HSV

Η διάγνωση του HSV στο δείγμα του σπέρματος γίνεται με εξειδικευμένες τεχνικές ανίχνευσης του ιού, που στηρίζονται στην ανάλυση του DNA του ιού με την μέθοδο PCR (polymerase chain reaction). Με την μέθοδο αυτή γίνεται με μεγάλη ακρίβεια η ανίχνευση του ιού HSV. Ο ιός αυτός μπορεί επίσης να ανιχνευτεί και με την μέθοδο SPI.


Κυτταρομεγαλοϊός (CMV)

Ο Κυτταρομεγαλοϊός (HHV-5) είναι ένας κοινός ιός που ανήκει στην οικογένεια των ερπητοιών. Οι ιοί αυτοί έχουν το κοινό χαρακτηριστικό να παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση στο σώμα του ανθρώπου για μεγάλα χρονικά διαστήματα

Ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) θεωρείται ένα παράσιτο του ανθρώπου που διαθέτει πολύ επιτυχή βιολογική προσαρμογή και θεωρείται ο μεγαλύτερος από τους ανθρώπινους ερπητοϊούς.

Η πρωτογενής λοίμωξη από τον κυτταρομεγαλοιό είναι συνήθως ήπια σε άτομα με φυσιολογική ανοσολογική λειτουργία, αλλά ο ιός αυτός μπορεί να επανενεργοποιηθεί και να προκαλέσει εκτεταμένη ασθένεια σε ανθρώπους που έχουν χαμηλή άμυνα στον οργανισμό τους – όπως άτομα μετά από μεταμόσχευση οργάνου που είναι σε ανοσοκατασταλτική θεραπεία, άτομα με AIDS κ.α.

Διάγνωση του CMV

Η διάγνωση του CMV στο δείγμα του σπέρματος γίνεται με εξειδικευμένες τεχνικές ανίχνευσης του ιού, που στηρίζονται στην ανάλυση του (γονιδιώματος) DNA του ιού με την μέθοδο PCR (polymerase chain reaction). Με την μέθοδο αυτή γίνεται με μεγάλη ακρίβεια η ανίχνευση του CMV. Ο ιός αυτός μπορεί επίσης να ανιχνευτεί και με την μέθοδο SPI.