Έλεγχος Μυκοπλάσματος – Ουρεαπλάσματος

Έλεγχος Μυκοπλάσματος – Ουρεαπλάσματος

Το μυκόπλασμα (Mycoplasma hominis) και το ουρεάπλασμα (Ureaplasma urealyticum) είναι δυο βακτήρια που ανήκουν στην οικογένεια των μυκοπλασματοειδών και ανιχνεύονται στο αναπαραγωγικό σύστημα μεγάλου ποσοστού των σεξουαλικά ενεργών ανθρώπων. Στον άνδρα οι μικροοργανισμοί αυτοί απομονώνονται και στις εκκρίσεις του προστάτη. Οι δύο αυτοί μικροοργανισμοί μεταδίδονται και με σεξουαλική επαφή και μπορεί να προκαλέσουν ποικιλία κλινικών συνδρόμων και λοιμώξεων όπως ουρηθρίτιδα και προστατίτιδα, πόνο και τσούξιμο κατά την ούρηση, καθώς, και διόγκωση και πόνο της επιδιδυμίδας. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως η λοίμωξη από μυκόπλασμα ή ουρεάπλασμα είναι ασυμπτωματική.

Η ανίχνευση και η ταυτοποίηση του μυκοπλάσματος και του ουρεαπλάσματος συνήθως γίνεται με μία βιοχημική ημι-ποσοτική μέθοδο. Στη μέθοδο αυτή επωάζεται το δείγμα του σπέρματος με αντιδραστήριο που περιέχει αργινίνη και ουρία. Εάν το προς εξέταση δείγμα είναι μολυσμένο με μυκόπλασμα και ουρεόπλασμα, τότε διασπώνται η ουρία και η αργινίνη και αλλάζει το χρώμα του διαλύματος. Eάν υπάρχει ποσότητα μυκοπλάσματος ή ουρεοπλάσματος σε συγκέντρωση >104 CFU/ml, η εξέταση του σπέρματος βγαίνει θετική μέσα σε 24 ώρες. Συνήθως, όμως, χρειάζεται 48 ώρες για να αξιολογηθεί το αποτέλεσμα.

Τόσο το μυκόπλασμα όσο και το ουρεάπλασμα μπορούν επίσης να ανιχνευτούν και με καλλιέργεια σε θρεπτικό υλικό Mc Conkey. Την μεγαλύτερη αξιοπιστία όμως στην εξέταση παρέχει η μέθοδος PCR, που ανιχνεύει το γενετικό υλικό των μικροοργανισμών με μεγάλη ευαισθησία και ειδικότητα.