Βιοχημικός έλεγχος

Το δείγμα του σπέρματος αποτελείται από τα σπερματοζωάρια και το σπερματικό πλάσμα, που αποτελείται από ένα σύνολο εκκρίσεων. Αυτές οι εκκρίσεις προέρχονται κυρίως από την επιδιδυμίδα, τον προστάτη και τις σπερματοδόχους κύστεις και αναμειγνύονται κατά την εκσπερμάτιση.
Εάν υπάρχει απόφραξη σε κάποιο σημείο του άρρενος αναπαραγωγικού συστήματος τότε τα σπερματοζωάρια δεν βρίσκονται στην εκσπερμάτιση. Ανάλογα με το σημείο της απόφραξης όμως δεν μπορούν να βρεθούν στην εκσπερμάτιση και τα υγρά που εκκρίνουν οι επιδιδυμίδες, ο προστάτης και οι σπερματοδόχες κύστεις. Για να βρεθεί το σημείο της απόφραξης ελέγχουμε στο δείγμα του σπέρματος αν υπάρχουν μόρια-δείκτες.
Συγκεκριμένα, ελέγχεται η παρουσία φρουκτόζης, που προέρχεται από τις σπερματοδόχους κύστεις, η α-γλυκοσιδάση, που εκκρίνεται από την επιδιδυμίδα και η όξινη φωσφατάση, που προέρχεται από τον προστάτη. Για τον προστάτη υπάρχουν και άλλα μόρια-δείκτες που δίνουν πληροφορίες για την λειτουργικότητα του όπως ο ψευδάργυρος, το κιτρικό οξύ και το μαγνήσιο.

Γενικές Πληροφορίες

Με τον όρο βιοχημεία σπέρματος αναφερόμαστε στον προσδιορισμό ορισμένων ενώσεων, συγκεκριμένα της φρουκτόζης, της α-γλυκοσιδάσης και της όξινης φωσφατάσης. Το κάθε ένα από αυτά τα μόρια προέρχεται από ένα διαφορετικό σημείο του αναπαραγωγικού συστήματος στον άνδρα και αποτελούν μόρια-δείκτες της λειτουργικότητας αυτού του οργάνου.
Έτσι, η φρουκτόζη προέρχεται από τις σπερματοδόχους κύστεις, η α-γλυκοσιδάση εκκρίνεται από την επιδιδυμίδα ενώ η όξινη φωσφατάση προέρχεται από τον προστάτη. Υπάρχουν επίσης και άλλα μόρια-δείκτες της λειτουργικότητας του προστάτη όπως ο ψευδάργυρος, το κιτρικό οξύ και το μαγνήσιο.

Τα μόρια δείκτες παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την εκκριτική λειτουργία των επικουρικών αδένων του άρρενος αναπαραγωγικού συστήματος. Η εκκριτική λειτουργία μπορεί να αλλοιωθεί στις περιπτώσεις της λοίμωξης και τότε η ποσότητα της φρουκτόζης, της α-γλυκοξιδάσης ή της όξινης φωσφατάσης στο δείγμα του σπέρματος μπορεί να ελαττωθεί.
Σε ορισμένες περιπτώσεις η αλλαγή είναι παροδική, υπάρχει όμως και περίπτωση να παραμείνει η βλάβη στις εκκρίσεις των αδένων γεγονός που θα επηρεάσει την ποιότητα του σπέρματος.

Συνήθως οι μετρήσεις της βιοχημείας σπέρματος κρίνονται απαραίτητες στα περιστατικά αζωοσπερμίας, όταν δηλαδή δεν υπάρχουν σπερματοζωάρια στην εκσπερμάτιση. Με τις μετρήσεις της βιοχημείας σπέρματος γίνεται κατανοητό αν υπάρχει απόφραξη σε κάποιο σημείο του άρρενος αναπαραγωγικού συστήματος, έτσι ώστε ο γιατρός να καθορίσει την ενδεδειγμένη θεραπεία.

Έλεγχος Φρουκτόζης

Ένα δείγμα σπέρματος συνήθως έχει φυσιολογικά όγκο, περισσότερο από 1,5 ml. Υπάρχουν δείγματα όμως με πολύ μικρό όγκο – 0,3 ή 0,5 ml – που δεν έχουν επίσης καθόλου σπερματοζωάρια, παρουσιάζουν δηλαδή αζωοσπερμία. Όταν λοιπόν ο όγκος του δείγματος είναι τόσο μικρός υπάρχει περίπτωση να υπάρχει απόφραξη στο αναπαραγωγικό σύστημα του άνδρα, σε κάποιο σημείο της εκφορητικής οδού, με απλά λόγια να υπάρχει ένα «βουλωμένο» σωληνάκι. Ένας εύκολος τρόπος να διαπιστωθεί η απόφραξη είναι η μέτρηση της φρουκτόζης.

Η φρουκτόζη προέρχεται από τις σπερματοδόχους κύστεις, που είναι μικροί σάκοι και παράγουν ένα υγρό που αποτελεί το 60-70% του όγκου της εκσπερμάτισης. Στις περιπτώσεις που η απόφραξη βρίσκεται στους εκσπερματιστικούς πόρους το υγρό που παράγεται από τις σπερματοδόχους κύστεις δεν μπορεί να περάσει. Τότε η ποσότητα της φρουκτόζης στο σπερματικό πλάσμα θα είναι μηδέν και η μέτρηση της φρουκτόζης σε αυτές τις περιπτώσεις δίνει ένα σαφές αποτέλεσμα απόφραξης.

Έλεγχος Όξινης Φωσφατάσης

Ένα δείγμα σπέρματος συνήθως έχει φυσιολογικά όγκο, περισσότερο από 1,5 ml. Υπάρχουν δείγματα όμως με πολύ μικρό όγκο – 0,3 ή 0,5 ml – που δεν έχουν επίσης καθόλου σπερματοζωάρια, παρουσιάζουν δηλαδή αζωοσπερμία. Όταν λοιπόν ο όγκος του δείγματος είναι τόσο μικρός υπάρχει περίπτωση να υπάρχει απόφραξη στο αναπαραγωγικό σύστημα του άνδρα, σε κάποιο σημείο της εκφορητικής οδού, με απλά λόγια να υπάρχει ένα «βουλωμένο» σωληνάκι. Ένας εύκολος τρόπος να διαπιστωθεί η απόφραξη είναι και η μέτρηση της όξινης φωσφατάσης.

Η όξινη φωσφατάση προέρχεται από τον προστάτη, ένα μικρό σε μέγεθος αδένα που έχει σχήμα κάστανου. Ο προστάτης παράγει ένα υγρό που αποτελεί το 30-40% του όγκου της εκσπερμάτισης. Στις εκκρίσεις του προστάτη βρίσκεται η όξινη φωσφατάση, ο ψευδάργυρος, το κιτρικό οξύ και άλλες ουσίες, που έχουν όλες την ίδια διαγνωστική ικανότητα.
Στις περιπτώσεις που η απόφραξη βρίσκεται στους εκσπερματιστικούς πόρους το υγρό που παράγεται από τον προστάτη δεν μπορεί να περάσει, όπως και το υγρό από τις σπερματοδόχους κύστεις. Τότε η ποσότητα της όξινης φωσφατάσης στο σπερματικό πλάσμα θα είναι μηδέν και η μέτρηση της όξινης φωσφατάσης, όπως και η μέτρηση της φρουκτόζης σε αυτές τις περιπτώσεις δίνει ένα σαφές αποτέλεσμα απόφραξης.

Έλεγχος α-Γλυκοσιδάσης

Η αζωοσπερμία είναι η κατάσταση εκείνη στην οποία δεν υπάρχουν σπερματοζωάρια στην εκσπερμάτιση. Υπάρχουν πολλές αιτίες για την αζωοσπερμία, μία από αυτές είναι και η απόφραξη των σπερματικών πόρων, δηλαδή του σωλήνα που μεταφέρει το σπέρμα προς την ουρήθρα. Όταν η απόφραξη είναι στο ύψος της επιδιδυμίδας τα σπερματοζωάρια, που φυσιολογικά δημιουργείται στον όρχι, δεν μπορούν να βγουν στην εκσπερμάτιση.
Εκτός με τα σπερματοζωάρια αποκλείεται και η δίοδος άλλων μορίων που δημιουργούνται στην επιδιδυμίδα, όπως του ενζύμου α-γλυκοσιδάση. Στις περιπτώσεις της αζωοσπερμίας λοιπόν που το δείγμα του σπέρματος έχει καλό όγκο, γίνεται μέτρηση της α-γλυκοσιδάση. Αν υπάρχει απόφραξη στο ύψος της επιδιδυμίδας τότε η α-γλυκοσιδάση δεν υπάρχει στην εκσπερμάτιση και η μέτρηση του συγκεκριμένου δείκτη είναι μηδέν. (Η α-γλυκοσιδάση, Mahmoud-et-al, 1998)

Έλεγχος α-γλυκοσιδάσης Ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα

Συχνές Ερωτήσεις

Πότε κάνουμε βιοχημεία σπέρματος;

Η βιοχημεία σπέρματος είναι απαραίτητη όταν σε ένα δείγμα σπέρματος δεν υπάρχουν σπερματοζωάρια, στις περιπτώσεις δηλαδή που παρουσιάζουν αζωοσπερμία.
Ένα από τα αίτια της αζωοσπερμίας είναι και η απόφραξη. Η απόφραξη – με άλλα λόγια «βουλωμένο σωληνάκι» – μπορεί να γίνει σε πολλά σημεία στο αναπαραγωγικό σύστημα του άνδρα γι αυτό και είναι αναγκαίο να ψάξουμε πολλά διαφορετικά μόρια στο δείγμα του σπέρματος.

Δεν μου είναι εύκολο να το καταλάβω. Να κάνουμε ένα παράδειγμα;

Ας υποθέσουμε ότι κάνουμε εξετάσεις για να δούμε αν ένα δείγμα σπέρματος έχει φρουκτόζη, όξινη φωσφατάση και α-γλυκοσιδάση και το αποτέλεσμα μας δείχνει ότι δεν υπάρχει καμία από τις παραπάνω ουσίες στο δείγμα που ελέγξαμε. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει απόφραξη κοντά στο σημείο εξόδου του σπέρματος (στους εκσπερματιστικούς πόρους). Με αυτή την πληροφορία ο γιατρός θα βάλει την σωστή διάγνωση και έτσι θα προχωρήσει στην σωστή θεραπεία.

Γιατί ορισμένες φορές μετράμε μόνο την α-γλυκοσιδάση;

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το δείγμα του σπέρματος δεν έχει σπερματοζωάρια, έχουμε δηλαδή αζωοσπερμία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, το δείγμα έχει καλό όγκο. Μια αιτία για αυτή την εικόνα θα μπορούσε να είναι η απόφραξη στην επιδιδυμίδα, ένα σημείο του αναπαραγωγικού συστήματος του άνδρα που βρίσκεται κοντά στον όρχι. Η απόφραξη στην επιδιδυμίδα εμποδίζει την διέλευση των σπερματοζωαρίων από τον όρχι χωρίς όμως να εμποδίζεται η δίοδος των υγρών από τους άλλου επικουρικούς αδένες δηλαδή τον προστάτη και τις σπερματοδόχου κύστεις. Τότε πρέπει να γίνει η μέτρηση της α–γλυκοσιδάσης, που θα απαντήσει την ερώτηση αν υπάρχει απόφραξη στην επιδιδυμίδα ή όχι.

Πώς γίνεται η μέτρηση των βιοχημικών δεικτών στο σπέρμα;

Ο προσδιορισμός των βιοχημικών δεικτών, δηλαδή της φρουκτόζης, της όξινης φωσφατάσης και της α-γλυκοσιδάσης γίνεται με ενζυμικές αντιδράσεις και την χρήση ενός οργάνου που λέγεται φωτόμετρο. Ο τιμές των ουσιών που μετράμε με το φωτόμετρο συγκρίνονται με τιμές από πρότυπη καμπύλη και έτσι καθορίζεται με ακρίβεια η ποσότητά τους στο δείγμα του σπέρματος.

Τι είναι η καρνιτίνη;

Η καρνιτίνη είναι μια ουσία που εκκρίνεται από την επιδιδυμίδα. Τις προηγούμενες δεκαετίες η μέτρηση της καρνιτίνης είχε χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση της επιδιδυμίδας. Δεδομένα από την βιβλιογραφία των τελευταίων χρόνων έχουν δείξει πως η ουδέτερη α-γλυκοσιδάση είναι μία ουσία που παράγεται αποκλειστικά από την επιδιδυμίδα. Για αυτόν τον λόγο η ουδέτερη α-γλυκοσιδάση θεωρείται πιο ειδικός δείκτης αξιολόγησης της λειτουργικότητας της επιδιδυμίδας και η μέτρησή της έχει αντικαταστήσει την μέτρηση της καρνιτίνης.